Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

“Champagne for my real friends and real pain for my sham friends.”

“This is about all the bad days in the world. I used to have some little bad days, and I kept them in a little box. And one day, I threw them out into the yard. "Oh, it's just a couple little innocent bad days." Well, we had a big rain. I don't know what it was growing in but I think we used to put eggshells out there and coffee grounds, too. Don't plant your bad days. They grow into weeks. The weeks grow into months. Before you know it you got yourself a bad year. Take it from me. Choke those little bad days. Choke 'em down to nothin'. They're your days. Choke 'em!”
 Tom Waits



Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Χωρίς λόγο...


Σε κυοφόρησα και πάλι βδομάδες, μέχρι που σήμερα είχες  πάρει τη σωστή θέση σαν έμβρυο στη μήτρα της μάνας κ ζητάς να βγεις.  Βίαια πιέζεις, χτυπάς το στέρνο δυνατά, ανεβαίνεις στο λαιμό κ τον δένεις κόμπο, πιέζεις τα μηλίγγια μου κ τα σπας. Μέρες τώρα αυτή η δουλειά.
Θαρρούσα σε είχα χωνέψει, σαν εκείνα τα κορίτσια που γκαστρώνονται κ το αμελούν, λες κ θα εξαφανιστεί ο φυτεμένος σπόρος, λες κ δε θα γίνει σώμα από το σώμα σου, λες κ δε θα μοιραστεί το αίμα σου, λες κ δε θα σε ανοίξει διάπλατα για να ανασάνει…
Να σαι λοιπόν, κ νιώθω να πνίγομαι ενώ ακούω από τριγύρω γέλια κ χάρες.
Και βλέπω τον εαυτό μου εφτά χρονώ να ζητιανεύει σε περαστικούς, .
Και μετά να ‘μαι πάλι να καθαρίζω το παρμπρίζ ενός οδηγού καμένη από την αντηλιά όχι τόσο για τα λεφτά άλλα για να ξεμουδιάσω από την ορθοστασία στο φανάρι.
Το βράδυ στην ουρά στο συσσίτιο, να περιμένω καρτερικά, τη μπουκιά που θα με κρατήσει στο σήμερα να αγωνιώ για το αύριο.
Κ βλέπω τον πατέρα μου να ρωτάει κρατώντας μου το χέρι  πόσο κάνουν δυο σουβλάκια στην καντίνα, πριν πει με αξιοπρέπεια …ευχαριστώ θα περάσουμε αργότερα.
Κ με βλέπω γέροντα με πληγιασμένα χέρια από τα χωράφια και πρόσωπο ευγενικό σκαμμένο από τον ήλιο , να κάθομαι καρτερικά στο ξύλινο σκαμνί πλάι στο πάγκο με τη πραμάτεια μου. Παιδεύομαι να αρθρώσω μια λέξη, έχω χάσει όλα μου τα δόντια κ η φωνή βγαίνει βαριά απ τα γεράματα. Πιάνω το χέρι μιας κοπελιάς νεαρης, βραχνιασμενα κ αργά της λέω : -Πάρε να δοκιμάσεις κοπελιά είναι καλές οι ντομάτες, μη κοιτάς που της έχω φτηνά! Δεν έχουνε φάρμακα δοκίμασε! Με τα χέρια μου τις φροντίζω! 
Παλεύω να κόψω ένα κομμάτι για τη δύσπιστη νεαρή…
Τα ματιά μου πέφτουν στα χέρια του γέροντα, τα πιο έντιμα χέρια που έχω αντικρύσει, ντράπηκα που μ’ αγγίξανε, άγια  χέρια… σκύβω να τα φιλήσω. Θέλω να τα κρατήσω αυτά τα χέρια τόσο δυνατά, να τους δείξω τον κόσμο θέλω, να τα γεμίσω δώρα. Αυτά είναι τα χέρια που πάνε στη Παράδεισο του Ζορμπά και του Καζαντζάκη άραγε ?
Κ βλέπω τα μάτια μου εφτά  χρονώ να με κοιτούνε σήμερα με την ανελέητη κατηγόρια κ απορία ενός βιολογικά αθώου:  τι διαφορετικό έχω κάνει εγώ από εσένα κ εγώ είμαι εδώ κ εσύ είσαι εκεί ?
Ένας τοίχος ανάμεσα μας. Καθόμαστε αντικριστά δε με  βλέπω μα με νιώθω. Το δικό μου κεφάλι σκυμμένο, το δικό της μουτζουρωμένο από τα χώματα. Κοιτά ολόισα πάνω μου κ ας μη με βλέπει.
Ακούω τη φωνή της μάνας πρώτα κ μετά του πατέρα, του αδελφού ύστερα. Που είσαι? Μ’ ακούς? Που θα πας? Βλέπω τις ζωές τους να περνούν μπροστά από τα μάτια μου σα ταινία.
Σκοτώνω  ηδονικά στο μυαλό μου όσους τους τσουβαλιάζουν με τα λαμόγια, τους αλήτες, τους αγύρτες, τους άρπαγες…
Νιώθω ένα κύμα να με παρασύρει να με πετάει με λύσσα στο βυθό κ να με γυρίζει γύρω-γυρω μέχρι να χάσω τις αισθήσεις μου. Ξεβράζει το κουφάρι μου στη στεριά. Βήχω… πνίγομαι, ξερνάω, ξερνάω τα πάντα , όσα έχω καταπιεί, όσα έχω μισήσει, όσα έχω απογοητεύσει, όσα έχω χάσει, όσα έχω φταίξει, όσα μου χουν κλέψει.
Κ ύστερα, σα να μου φόρεσαν γυαλιά, σαν το γκρι πέπλο που κάλυπτε τα πάντα να το φύσηξε αγέρας μακριά βλέπω καινούρια, καλογυαλισμένα τη θάλασσα, τον ουρανό κ τα πουλιά .
Τα βλέπω όπως τα νιώθω μοναχα…όπως τα ένιωθα στα τραγούδια του Θεοδωράκη κ στα ποιήματα του Ελύτη παιδί. Ναι έτσι τα βλέπω όπως στα ποιήματα.
Γαλήνεψε η κάρδια για λίγο στο όνειρο. Ξύπνησα κ η ελπίδα κρεμόταν στίχος πάνω απ’το κρεβάτι μου.
Κάποιες μέρες κλαίω χωρίς λόγο λένε όσοι με ξέρουν καλά.