Μια φορά στα χίλια χρόνια, ψυχές ενσαρκώνονται σε ανθρώπους. Μα τόσο εύθραυστοι είναι, τόσο νεφελώδεις που θαρρείς πως από άλλο κόσμο κατεβήκαν εδώ κάτω μαζί μας.
Και κατεβήκανε λέει να μας θυμίσουν πώς να ρωτάμε αυτές τις ρώτισες, που απάντηση δεν έχουν , και τόσο βαθιά ξανοίγουν μες στην ψυχή σου την ώρα που σε ρωτούν , που βλέπουν πέρα από το καλοχτισμένο τσιμεντένιο τείχος που έχεις ορθώσει και που μέσα του ασφυκτιά η ψύχη σου.
Συνειδητοποιείς για πρώτη φορά πως δε σου βαστά να απαντήσεις με την κυνική εριστική σαχλαμάρα, μήτε με σαρκασµό και γελοιοποίηση, ή µε καταγγελία και καταδίκη. Τίποτε από όλα αυτά δεν κάνει, τίποτε από όλα αυτά που τόσες φορές κέρδισαν το κοινό σου, κ έκρυψαν καλά την αφελή, δονκιχωτική σου φύση!
Στέκεις απορώντας λοιπον μπροστά στην αλήθεια που χωρίς να το καταλάβεις ξεστόμισες, και δε το πιστεύεις, κ άλλο δε μιλείς!
Είχες και εσύ ξεχάσει πως μοιάζει, τόσα χρόνια που έχεις να τη δεις…σου θυμίζει εσένα, μια πρόσθεση, μια αφαίρεση του εαυτού σου, ένα πολλαπλασιασμό μετά... τέλος μια διαίρεση.
Ένα παράδοξο.
